εξωτερικό
•
- η εξωτερική όψη Βικιλεξικό
- τα ξένα κράτη (ως σύνολο) ή κάποια ξένη χώρα που δεν κατονομάζεται Βικιλεξικό
- έχω κάνει πολλά ταξίδια στο εξωτερικό
- χρησιμοποιείται και στον πληθυντικό με ειρωνική απόχρωση
Ετυμολογία
εξωτερικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου εξωτερικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωτερικό | εξωτερικά |
| Γενική | εξωτερικού | εξωτερικών |
| Αιτιατική | εξωτερικό | εξωτερικά |
| Κλητική | εξωτερικό | εξωτερικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →