εξωτικός
•
- η μακρινή χώρα Βικιλεξικό
- που προέρχεται από μακρινή χώρα / ασυνήθιστος Βικιλεξικό
- Όχι μονάχα είναι οι πιο δημοφιλείς ονειροκρίτες, αλλά και οι πιο εχέγγυοι για την πραγμάτωση του ονείρου. Οι διαφημίσεις το μαρτυρούν. Ποιός θ' αγόραζε ποτέ ένα αντιηλιακό λάδι αν στη θέση της εξωτικής Χαβανέζας είχε τον χημικό του τύπο και τις ενδεχόμενες καρκινογόνες ουσίες του χρωστικού; (Περικλής Κοροβέσης, Εμπορία ειδήσεων, εκδ. Γνώση, 1990, σελ. 162)
Ετυμολογία
εξωτικός < γαλλική exotique < ελληνιστική ἐξωτικός (από άλλη οικογένεια)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωτικός | εξωτική | εξωτικό |
| Γενική | εξωτικού | εξωτικής | εξωτικού |
| Αιτιατική | εξωτικό | εξωτική | εξωτικό |
| Κλητική | εξωτικέ | εξωτική | εξωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωτικοί | εξωτικές | εξωτικά |
| Γενική | εξωτικών | εξωτικών | εξωτικών |
| Αιτιατική | εξωτικούς | εξωτικές | εξωτικά |
| Κλητική | εξωτικοί | εξωτικές | εξωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →