εξωφρενισμός
•
- το να είναι ή να εμφανίζεται κάτι (καταστάσεις, κουβέντες κ.λπ.) εξωφρενικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξωφρενισμός < εξωφρενικός + -ισμός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξωφρενισμός | εξωφρενισμοί |
| Γενική | εξωφρενισμού | εξωφρενισμών |
| Αιτιατική | εξωφρενισμό | εξωφρενισμούς |
| Κλητική | εξωφρενισμέ | εξωφρενισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →