εξόν
•
- λαϊκότροποεκτός (εκτός από, εκτός κι αν) Βικιλεξικό
- Εξόν κι έφερες αγοραστό. (Μενέλαος Λουντέμης, Αγέλαστη Άνοιξη)
Ετυμολογία
εξόν < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἐξόν (που επιτρέπεται, που είναι δυνατόν), η σύγχρονη σημασία, μεσαιωνική
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →