εξόριση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξορίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξόριση < μεσαιωνική ελληνική εξόρισις < εξορίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξόριση | εξορίσεις |
| Γενική | εξόρισης | εξορίσεων |
| Αιτιατική | εξόριση | εξορίσεις |
| Κλητική | εξόριση | εξορίσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →