εξόριστος
•
- που μένει μακριά από τη χώρα του, από τον τόπο του, είτε από προσωπική επιλογή είτε διότι εξαναγκάστηκε Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εξόριστος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξόριστος | εξόριστη | εξόριστο |
| Γενική | εξόριστου | εξόριστης | εξόριστου |
| Αιτιατική | εξόριστο | εξόριστη | εξόριστο |
| Κλητική | εξόριστε | εξόριστη | εξόριστο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εξόριστοι | εξόριστες | εξόριστα |
| Γενική | εξόριστων | εξόριστων | εξόριστων |
| Αιτιατική | εξόριστους | εξόριστες | εξόριστα |
| Κλητική | εξόριστοι | εξόριστες | εξόριστα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →