Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξύμνηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εξυμνώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξύμνηση < μεσαιωνική ελληνική ἐξύμνησις < ελληνιστική κοινή ἐξυμνέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξύμνησηεξυμνήσεις
Γενικήεξύμνησηςεξυμνήσεων
Αιτιατικήεξύμνησηεξυμνήσεις
Κλητικήεξύμνησηεξυμνήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →