Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξώθυρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη εξώπορτα Βικιλεξικό
    • Πιο κάτω, στην οδό Π. Τσαλδάρη 34, ένα από τα ωραία μικρά σπίτια της γειτονιάς με μια εξώθυρα που σε κάνει να σταματήσεις και να τη θαυμάσεις, έχει βάλει αγγελτήριο ανέγερσης νέας οικοδομής.

Ετυμολογία

εξώθυρα < εξώ- + θύρα (μεταφραστικό δάνειο από τη νέα ελληνική εξώπορτα)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεξώθυραεξώθυρες
Γενικήεξώθυρας—
Αιτιατικήεξώθυραεξώθυρες
Κλητικήεξώθυραεξώθυρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →