Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εξώλης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λόγιοδιεφθαρμένος, ανήθικος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εξώλης < αρχαία ελληνική ἐξώλης < ὄλλυμι

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξώληςεξώληςεξώλες
Γενικήεξώλουςεξώλουςεξώλους
Αιτιατικήεξώληεξώληεξώλες
Κλητικήεξώλη / εξώληςεξώληςεξώλες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεξώλειςεξώλειςεξώλη
Γενικήεξώλωνεξώλωνεξώλων
Αιτιατικήεξώλειςεξώλειςεξώλη
Κλητικήεξώλειςεξώλειςεξώλη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →