εξώπορτα
•
- η εξωτερική πόρτα από την οποία μπαίνει κανείς σε ένα κτίριο, μια αυλή Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: εξώθυρα
Ετυμολογία
εξώπορτα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐξώπορτα < ἔξω + πόρτα File:Front door, South Side, 2022-10-08, 01.jpg
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εξώπορτα | εξώπορτες |
| Γενική | εξώπορτας | εξωπορτών |
| Αιτιατική | εξώπορτα | εξώπορτες |
| Κλητική | εξώπορτα | εξώπορτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →