Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εοκικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την ΕΟΚ ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εοκικός < ΕΟΚ + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεοκικόςεοκικήεοκικό
Γενικήεοκικούεοκικήςεοκικού
Αιτιατικήεοκικόεοκικήεοκικό
Κλητικήεοκικέεοκικήεοκικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεοκικοίεοκικέςεοκικά
Γενικήεοκικώνεοκικώνεοκικών
Αιτιατικήεοκικούςεοκικέςεοκικά
Κλητικήεοκικοίεοκικέςεοκικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →