εορτολόγιο
•
- θρησκείακατάλογος στον οποίο έχουν καταγραφεί οι γιορτές ενός έτους καθώς και το σχετικό βιβλίο της εκκλησίας με πληροφορίες για τις εορτές και τους εορταζομένους αγίους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εορτολόγιο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἑορτολόγιον < αρχαία ελληνική ἑορτή + -ο- + -λόγιο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εορτολόγιο | εορτολόγια |
| Γενική | εορτολογίου / εορτολόγιου | εορτολογίων / εορτολόγιων |
| Αιτιατική | εορτολόγιο | εορτολόγια |
| Κλητική | εορτολόγιο | εορτολόγια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →