επέλαση
•
- λόγιοη ορμητική επίθεση (κυρίως ιππικού ή και μεταφορικά) Βικιλεξικό
- Η ασθματική απόλαυση της ερωτικής νιότης προ της επελάσεως του γήρατος ή του θανάτου αποτελεί κοινότατο τόπο στην κλασική ερωτογραφία, συχνά με τις ευλογίες μιας εξαπλουστευμένης επικούρειας φιλοσοφίας (Οβίδιος, Η τέχνη και τα αντίδοτα του Έρωτα, μετάφραση Θοδωρής Παπαγγελής, εκδ. Μεταίχμιο, 2021)
Ετυμολογία
επέλαση < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἐπελαύνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επέλαση | επελάσεις |
| Γενική | επέλασης | επελάσεων |
| Αιτιατική | επέλαση | επελάσεις |
| Κλητική | επέλαση | επελάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →