επένδυση
•
- υλικό ή αντικείμενο που έχει προστεθεί εσωτερικά ή εξωτερικά της επιφάνειας ενός άλλου αντικειμένου, για λόγους αισθητικής, ενίσχυσης ή προφύλαξης Βικιλεξικό
- (ειδικότερα) η εσωτερική κάλυψη ενδυμασίας
- (κατ’ επέκταση) η προσθήκη μουσικής ή άλλων εφέ στη ροή ενός κινηματογραφικού έργου
- οικονομίαη διάθεση χρηματικών ποσών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων με σκοπό να δημιουργηθεί νέο κεφαλαίο Βικιλεξικό
- (συνεκδοχικά) οτιδήποτε θεωρούμε ότι μπορεί, βραχυπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα, να αποφέρει κέρδος (οικονομικό ή άλλο)
Ετυμολογία
επένδυση < αρχαία ελληνική ἐπένδυσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επένδυση | επενδύσεις |
| Γενική | επένδυσης | επενδύσεων |
| Αιτιατική | επένδυση | επενδύσεις |
| Κλητική | επένδυση | επενδύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →