επένθεση
•
- παρεμβολή ενός πράγματος μεταξύ άλλων Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαη ανάπτυξη φωνήματος χωρίς ετυμολογική προέλευση μέσα σε μιά λέξη ή ομάδα φωνημάτων Βικιλεξικό
- παραδειγμα Στα αρχαία ελληνικά, η μετατόπιση του ημίφωνου j υπό ορισμένες συνθήκες (ανάμεσα στα φωνήεντα α ή ο προηγούμενης συλλαβής όταν ακολουθούν τα σύμφωνα μ ή ρ)
- παραδειγμα Στο ελληνικό φωνητικό σύστημα, όποτε έχουμε αποβολή ενός φωνήεντος μεταξύ των φθόγγων [m] και [ɾ], παρατηρούμε και επένθεση ενός [b] ή του ηχηρού αντίστοιχου [v] π.χ. βροτός ή μπρε < μωρέ.
Ετυμολογία
επένθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπένθε(σις) + -ση < θέμα που συναντάμε στο ἐπεντίθημι (παρεμβάλλω). Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, λόγιο αντιδάνειο: < (λόγιο δάνειο) γαλλική épenthèse < υστερολατινική epenthesis < ελληνιστική κοινή ἐπένθεσις (εισαγωγή γράμματος).
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επένθεση | επενθέσεις |
| Γενική | επένθεσης | επενθέσεων |
| Αιτιατική | επένθεση | επενθέσεις |
| Κλητική | επένθεση | επενθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →