Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επένθεση

/eˈpen.θe.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. παρεμβολή ενός πράγματος μεταξύ άλλων Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαη ανάπτυξη φωνήματος χωρίς ετυμολογική προέλευση μέσα σε μιά λέξη ή ομάδα φωνημάτων Βικιλεξικό
    • παραδειγμα Στα αρχαία ελληνικά, η μετατόπιση του ημίφωνου j υπό ορισμένες συνθήκες (ανάμεσα στα φωνήεντα α ή ο προηγούμενης συλλαβής όταν ακολουθούν τα σύμφωνα μ ή ρ)
    • παραδειγμα Στο ελληνικό φωνητικό σύστημα, όποτε έχουμε αποβολή ενός φωνήεντος μεταξύ των φθόγγων [m] και [ɾ], παρατηρούμε και επένθεση ενός [b] ή του ηχηρού αντίστοιχου [v] π.χ. βροτός ή μπρε < μωρέ.

Ετυμολογία

επένθεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπένθε(σις) + -ση < θέμα που συναντάμε στο ἐπεντίθημι (παρεμβάλλω). Κατά τον Ευάγγελο Πετρούνια, λόγιο αντιδάνειο: < (λόγιο δάνειο) γαλλική épenthèse < υστερολατινική epenthesis < ελληνιστική κοινή ἐπένθεσις (εισαγωγή γράμματος).

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπένθεσηεπενθέσεις
Γενικήεπένθεσηςεπενθέσεων
Αιτιατικήεπένθεσηεπενθέσεις
Κλητικήεπένθεσηεπενθέσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →