επέρειση
•
- παρωχημένοσυνώνυμο του αποτζιατούρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επέρειση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπέρεισις < ἐπερίδομαι < ἐπί- + ἐρείδομαι, μεταφραστικό δάνειο από την ιταλική appoggiatura
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επέρειση | επερείσεις |
| Γενική | επέρεισης | επερείσεων |
| Αιτιατική | επέρειση | επερείσεις |
| Κλητική | επέρειση | επερείσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →