επί
•
- + γενικήκατά τη διάρκεια, την εποχή του... Βικιλεξικό
- επί Tουρκοκρατίας
- + γενικήπάνω Βικιλεξικό
- Η πυρκαγιά κατέκαψε ξερά χόρτα και επί τόπου βρέθηκαν δύο οχήματα της Πυροσβεστικής.
- χόκεϊ επί πάγου
- + γενικήσχετικά με... Βικιλεξικό
- Η ομάδα δεν θα συνεδριάσει επί του θέματος για αυτήν την εβδομάδα τουλάχιστον.
- + αιτιατικήεκφράζει χρονική διάρκεια: για Βικιλεξικό
- επί πολλή ώρα
- + δοτικήδηλώνει αιτία, τρόπο, σκοπό Βικιλεξικό
- μαθηματικάδείχνει πολλαπλασιασμό Βικιλεξικό
- δύο επί τέσσερα ίσον οκτώ
- μαθηματικάδείχνει ότι κάθε στοιχείο του δεύτερου συνόλου είναι εικόνα τουλάχιστον ενός στοιχείου του πρώτου συνόλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επί < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπί
Άλλοι τύποι
επ'εφ'
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →