επί ποδός πολέμου
•
- κυριολεκτικάετοιμοπόλεμος, σε περίοδο ή κατάσταση κατά την οποία προετοιμαζόμαστε για πόλεμο Βικιλεξικό
- μεταφορικάμε επιθετική διάθεση και έτοιμοι για καβγά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επί ποδός πολέμου < → δείτε τις λέξεις επί ποδός και πολέμου, γενική ενικού του πόλεμος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →