επί τη εμφανίσει
•
- λόγιομε την εμφάνιση, με την επίδειξη, μόλις το εμφανίσει (επιδείξει) κάποιος Βικιλεξικό
- πληρώνεται επί τη εμφανίσει και σε συγκεκριμένη ημερομηνία
Ετυμολογία
επί τη εμφανίσει < καθαρεύουσα ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει < → δείτε επί, τῇ ἐμφανίσει, (δοτική) του ἐμφάνισις (εμφάνιση)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →