ἐπί τῇ εὐκαιρίᾳ
•
- καθαρεύουσαεπί τη ευκαιρία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική à l’occasion de. Από ἐπ’ (ἐπί), τῇ και εὐκαιρίᾳ, δοτική ενικού του εὐκαιρία. : ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇘ νέα ελληνικά: επί τη ευκαιρία
Άλλοι τύποι
ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →