επί το έργον
•
- σε ώρα εργασίας / δραστηριότητας, κατά τη διάρκειά τους, στην πραγματοποίησή τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επί το έργον < επί + το + έργον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
επί το έργον < επί + το + έργον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →