επί του παρόντος
•
- λόγιοόσον αφορά στην τωρινή στιγμή, για τώρα Βικιλεξικό
- προσωρινά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επί του παρόντος < καθαρεύουσα ἐπὶ τοῦ παρόντος < αρχαία ελληνική ἐπὶ τοῦ παρόντος < ἐπὶ + τοῦ (γενική ενικού του ὁ) + παρόντος (γενική ενικού του παρών)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →