επί υπεξαιρέσει
•
- λόγιοεξαιτίας υπεξαίρεσης· στην φράση: κατηγορείται επί υπεξαιρέσει Βικιλεξικό
- Τὸ σκάνδαλον ἦτο μέγα, ἀνήκουστον. Ὁ Α… κατηγορεῖτο ἐπὶ ὑπεξαιρέσει χρημάτων τοῦ Δημοσίου!
- ὁ ταμίας κατηγορεῖται ἐπὶ ὑπεξαιρέσει
Ετυμολογία
επί υπεξαιρέσει < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπὶ ὑπεξαιρέσει → δείτε επί και ἐπί και δοτική ενικού (ὑπεξαιρέσει) του ὑπεξαίρεσις (δεν σχηματίστηκε το αναμενόμενο ἐφ᾿ ὑπεξαίρεσει παρά την δασεία, ένδειξη μεταγενέστερης δημιουργίας)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →