Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίβλημα

/eˈpi.vli.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. σπάνιο: αυτό που είναι βαλμένο από πάνω, κάλυμμα Βικιλεξικό
  2. σπάνιο: αυτό που είναι βαλμένο από πάνω, κάλυμμα Βικιλεξικό
    • Όπως στον ορισμό της λέξης «μεγαλογράμματος» του Μεσαιωνικού Λεξικού του Κριαρά

Ετυμολογία

επίβλημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπίβλημα < αρχαία ελληνική ἐπιβάλλω με θέμα ἐπί- βλη- όπως στο βλῆμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίβλημαεπιβλήματα
Γενικήεπιβλήματοςεπιβλημάτων
Αιτιατικήεπίβλημαεπιβλήματα
Κλητικήεπίβλημαεπιβλήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →