επίβλημα
•
- σπάνιο: αυτό που είναι βαλμένο από πάνω, κάλυμμα Βικιλεξικό
- σπάνιο: αυτό που είναι βαλμένο από πάνω, κάλυμμα Βικιλεξικό
- Όπως στον ορισμό της λέξης «μεγαλογράμματος» του Μεσαιωνικού Λεξικού του Κριαρά
Ετυμολογία
επίβλημα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπίβλημα < αρχαία ελληνική ἐπιβάλλω με θέμα ἐπί- βλη- όπως στο βλῆμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίβλημα | επιβλήματα |
| Γενική | επιβλήματος | επιβλημάτων |
| Αιτιατική | επίβλημα | επιβλήματα |
| Κλητική | επίβλημα | επιβλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →