Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίδειξη

/eˈpi.ði.ksi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η παρουσίαση της λειτουργίας και των χαρακτηριστικών ενός προϊόντος Βικιλεξικό
  2. η προσκόμιση και παρουσίαση ενός εγγράφου (π.χ. ταυτότητας, εισιτηρίου) Βικιλεξικό
  3. η προβολή (πλούτου, δύναμης κ.λπ.) με σκοπό την πρόκληση εντυπώσεων ή τον εκφοβισμό Βικιλεξικό
    • Τό εἰσιτήριο εἰσόδου περιλάμβανε καί τσάι κομπλέ, ο Αλέκος ὅμως ἤθελε να κάμει επίδειξη καί παρήγγειλε δύο ουίσκι γιά μᾶς καί βερμούτ γιά τίς κοπέλες. (Γεώργιος Ιωάννου Ράλλης, Κοιτάζοντας πίσω, εκδ. Ερμείας, 1993, σελ. 174)

Ετυμολογία

επίδειξη < αρχαία ελληνική ἐπίδειξις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίδειξηεπιδείξεις
Γενικήεπίδειξηςεπιδείξεων
Αιτιατικήεπίδειξηεπιδείξεις
Κλητικήεπίδειξηεπιδείξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →