επίδοση
•
- το μετρήσιμο αποτέλεσμα μιας προσπάθειας ή ενός χαρακτηριστικού Βικιλεξικό
- Η ύπαρξη θερμοδιακοπής στα συρόμενα συστήματα τόσο στην κάσα, όσο και στα φύλλα βελτιώνει τη θερμομονωτική ικανότητά τους, που όμως δεν μπορεί να ξεπεράσει τις θερμομονωτικές επιδόσεις ενός ανοιγόμενου συστήματος. (Συστήματα κουφωμάτων αλουμινίου με θερμοδιακοπή, ΚΤΙΡΙΟ, ανακτήθηκε στις 12/4/2025 https://ktirio.gr/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CF%82/%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1/%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1-%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%86%CF%89%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%BC%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%BF%CF%85-%CE%BC%CE%B5-%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%AE)
- η οποιαδήποτε επίμονη ενασχόληση Βικιλεξικό
- η αθλητική επιτυχία, το ρεκόρ Βικιλεξικό
- νομικός όροςη παράδοση (εγχείριση) στον αποδέκτη ενός εγγράφου δικαστικού, διοικητικού ή οικονομικού χαρακτήρα Βικιλεξικό
- μηχανολογίαη ισχύς ενός κινητήρα μιας μηχανής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίδοση < (καθαρεύουσα), (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίδοσις < ἐπιδίδωμι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίδοση | επιδόσεις |
| Γενική | επίδοσης | επιδόσεων |
| Αιτιατική | επίδοση | επιδόσεις |
| Κλητική | επίδοση | επιδόσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →