Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίζευξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εμφατική επανάληψη της ίδιας λέξης, χωρίς την παρεμβολή άλλων ανάμεσά τους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίζευξη < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίζευξηεπιζεύξεις
Γενικήεπίζευξηςεπιζεύξεων
Αιτιατικήεπίζευξηεπιζεύξεις
Κλητικήεπίζευξηεπιζεύξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →