επίθεση
•
- εχθρική ενέργεια με στόχο την εξόντωση ή την εξουδετέρωση του εχθρού, την απόκτηση εδάφους ή αγαθού, κλπ. Βικιλεξικό
- η άσκηση έντονης κριτικής εναντίον κάποιου Βικιλεξικό
- πολύ ενεργητική κίνηση για την επίτευξη ενός στόχου, ειδικά σε ανταγωνιστικό πλαίσιο Βικιλεξικό
- αθλητισμόςη προσπάθεια μιας ομάδας να σκοράρει (σε αντιδιαστολή με το να αμυνθεί απέναντι στην αντίπαλη ομάδα) Βικιλεξικό
- η ενέργεια του επιθέτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίθεση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίθεσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίθεση | επιθέσεις |
| Γενική | επίθεσης | επιθέσεων |
| Αιτιατική | επίθεση | επιθέσεις |
| Κλητική | επίθεση | επιθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →