επίκανθος
•
- ανατομίαδερματική πτυχή στον κανθό, στην εσωτερική γωνία του ματιού που είναι κοντά στη μύτη Βικιλεξικό
- ο επίκανθος είναι συνηθισμένος στα μάτια των Ασιατών, αλλά πολύ σπάνιος στα πρόσωπα των Ευρωπαίων
Ετυμολογία
επίκανθος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἡ ἐπικανθίς (και ἐγκανθίς) με τροπή σε αρσενικό + -ος. Αναλύεται σε επί- + κανθός. Δεν συνδέεται με το ἄκανθα • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίκανθος | επίκανθοι |
| Γενική | επίκανθου / επικάνθου | επίκανθων / επικάνθων |
| Αιτιατική | επίκανθο | επίκανθους / επικάνθους |
| Κλητική | επίκανθε | επίκανθοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →