Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίκοινος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. όρος γραμματικής που αφορά λέξεις που χρησιμοποιούνται με την ίδια μορφή και στο αρσενικό και το θηλυκό Βικιλεξικό
    • παράδειγμα: η λέξη αλεπού αφορά και την αρσενική και την θηλυκή αλεπού
  2. κοινός μεταξύ πολλών, αυτός που ανήκει ταυτόχρονα σε πολλούς Βικιλεξικό
    • Οι επίκοινες ονομασίες των μορίων είναι κυρίως ευφημισμοί: αιδοία, αιδώς, απόκρυφα, άρθρα, μόρια, φύσις. Συνήθεις μεταφορές ... Για το ανδρικό μόριο κοινολεκτούμενα είναι η σάθη και η πόσθη, και (τα φορτικότερα) πέος, κωλή και ψωλή (-ός). (Αναστάσιος-Φοίβος Χριστίδης, Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την Ύστερη Αρχαιότητα, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2001, σελ. 1032)

Ετυμολογία

επίκοινος < αρχαία ελληνική ἐπίκοινος < επί- + κοινός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίκοινοςεπίκοινηεπίκοινο
Γενικήεπίκοινουεπίκοινηςεπίκοινου
Αιτιατικήεπίκοινοεπίκοινηεπίκοινο
Κλητικήεπίκοινεεπίκοινηεπίκοινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίκοινοιεπίκοινεςεπίκοινα
Γενικήεπίκοινωνεπίκοινωνεπίκοινων
Αιτιατικήεπίκοινουςεπίκοινεςεπίκοινα
Κλητικήεπίκοινοιεπίκοινεςεπίκοινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →