επίκρανο
•
- αρχιτεκτονικήμαρμάρινη (ή από άλλο υλικό) κατασκευή τοποθετημένη στην κορυφή πεσσού ή παραστάδας Βικιλεξικό
- αρχαιοπρεπέςείδος κουκούλας ή κεφαλόδεσμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίκρανο < αρχαία ελληνική ἐπίκρανον < ἐπί + κράνος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱr̥h₂-(e)s-n- < *ḱerh₂- (κεφάλι, κέρας, κορυφή)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίκρανο | επίκρανα |
| Γενική | επίκρανου | επίκρανων |
| Αιτιατική | επίκρανο | επίκρανα |
| Κλητική | επίκρανο | επίκρανα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →