Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίκριση

/eˈpi.kri.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του επικρίνω Βικιλεξικό
  2. γενικότεραη ενέργεια και το αποτέλεσμα του επικρίνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίκριση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπίκρισις < ελληνιστική κοινή ἐπίκρισις (καθορισμός, κρίση) + -ση κατά τη σημασία του επικρίνω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίκρισηεπικρίσεις
Γενικήεπίκρισηςεπικρίσεων
Αιτιατικήεπίκρισηεπικρίσεις
Κλητικήεπίκρισηεπικρίσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →