Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίκρουση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιατρικήη εξέταση ασθενούς με κρούση / χτύπημα των δακτύλων του ιατρού ή με χτύπημα ειδικού σφυριού Βικιλεξικό
  2. η πυροδότηση εκρηκτικών με κρούση / χτύπημα σε καψούλι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίκρουση < ελληνιστική κοινή ἐπίκρουσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίκρουσηεπικρούσεις
Γενικήεπίκρουσηςεπικρούσεων
Αιτιατικήεπίκρουσηεπικρούσεις
Κλητικήεπίκρουσηεπικρούσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →