επίκρουση
•
- ιατρικήη εξέταση ασθενούς με κρούση / χτύπημα των δακτύλων του ιατρού ή με χτύπημα ειδικού σφυριού Βικιλεξικό
- η πυροδότηση εκρηκτικών με κρούση / χτύπημα σε καψούλι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίκρουση < ελληνιστική κοινή ἐπίκρουσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίκρουση | επικρούσεις |
| Γενική | επίκρουσης | επικρούσεων |
| Αιτιατική | επίκρουση | επικρούσεις |
| Κλητική | επίκρουση | επικρούσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →