επίλημμα
•
- δευτερογενές συναφές άρθρο Βικιλεξικό
- χρήσιμο άρθρο μα όχι το κυρίως ή όχι εστιασμένο απολύτως σε αυτό που αναζητώ όμως σχετίζεται, το συμπληρώνει ή το ενισχύει
- λογικήδευτερογενής πρόταση που στηρίζει, συμπληρώνει ή πηγάζει από κυρίως λήμμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίλημμα < επι- + λήμμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίλημμα | επιλήμματα |
| Γενική | επιλήμματος | επιλημμάτων |
| Αιτιατική | επίλημμα | επιλήμματα |
| Κλητική | επίλημμα | επιλήμματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →