Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίλυση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η εύρεση λύσης σε ένα πρόβλημα Βικιλεξικό
    • Επομένως η αρμονική βαλκανική συνύπαρξη θεωρούνταν κατά τον Χ. Τρικούπη αφενός, συνάρτηση της απεξάρτησης των λαών τους από τις ξενικές επεμβάσεις στα εσωτερικά τους και αφετέρου, αγωνιώδης πορεία για την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη προσέγγιση και ειλικρινέστερη κατανόηση με στόχο την ειρηνική επίλυση των διαφορών τους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Το νέο ελληνικό έθνος, 1204-2000, Ηρόδοτος, 2001, σελ. 37)

Ετυμολογία

επίλυση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπίλυ(σις) + -ση (αρχαία σημασία: γλιτωμός). Μορφολογικά αναλύεται σε επί- + λύση

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίλυσηεπιλύσεις
Γενικήεπίλυσηςεπιλύσεων
Αιτιατικήεπίλυσηεπιλύσεις
Κλητικήεπίλυσηεπιλύσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →