επίμαχος
•
- που αφορά ζήτημα που θεωρείται πρόβλημα και συνήθως δεν υπάρχει μία άποψη επί αυτού/για αυτό Βικιλεξικό
- που γίνεται το επίκεντρο συζήτησης Βικιλεξικό
- το επίμαχο θέμα συζήτησης σήμερα αφορά...
- που αποτελεί θέμα αμφισβήτησης Βικιλεξικό
- που γίνεται αντικείμενο του πόθου, ανταγωνισμού ή αντιπαράθεσης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίμαχος < (ελληνιστική κοινή) ἐπίμαχος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επίμαχος | επίμαχη | επίμαχο |
| Γενική | επίμαχου | επίμαχης | επίμαχου |
| Αιτιατική | επίμαχο | επίμαχη | επίμαχο |
| Κλητική | επίμαχε | επίμαχη | επίμαχο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επίμαχοι | επίμαχες | επίμαχα |
| Γενική | επίμαχων | επίμαχων | επίμαχων |
| Αιτιατική | επίμαχους | επίμαχες | επίμαχα |
| Κλητική | επίμαχοι | επίμαχες | επίμαχα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →