επίμετρο
•
- το προστιθέμενο ως συμπλήρωμα, επιπροσθέτως, το επιπλέον Βικιλεξικό
- το ειδικό κεφάλαιο που μπαίνει ως συμπλήρωμα στο τέλος ενός βιβλίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίμετρο < ελληνιστική κοινή ἐπίμετρον < αρχαία ελληνική ἐπί + μέτρον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίμετρο | επίμετρα |
| Γενική | επίμετρου / επιμέτρου | επιμέτρων |
| Αιτιατική | επίμετρο | επίμετρα |
| Κλητική | επίμετρο | επίμετρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →