επίνειο
•
- πόλη ή οικισμός με λιμάνι ή όρμο που εξυπηρετεί μια πόλη στην ενδοχώρα (κυρίως μεσογειακή) Βικιλεξικό
- Ο Πειραιάς είναι το επίνειο των Αθηνών.
Ετυμολογία
επίνειο < αρχαία ελληνική ἐπίνειον < ἐπί + ναῦς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίνειο | επίνεια |
| Γενική | επίνειου / επινείου | επινείων |
| Αιτιατική | επίνειο | επίνεια |
| Κλητική | επίνειο | επίνεια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →