Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίπαγος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαη στερεά κρούστα πάγου ή βράχου πάνω σε ένα αντικείμενο, ή και γύρω από αυτό. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίπαγος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπίπαγος (πετρωμένη κρούστα) < ἐπί + < πάγος < θέμα πᾱγ- του ρήματος πήγνυμι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίπαγοςεπίπαγοι
Γενικήεπίπαγου / επιπάγουεπίπαγων / επιπάγων
Αιτιατικήεπίπαγοεπίπαγους / επιπάγους
Κλητικήεπίπαγεεπίπαγοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →