επίπεδο
•
- γεωμετρίαη λεία ομοιόμορφη γεωμετρική επιφάνεια η οποία μπορεί να εφαρμόσει πλήρως με τον εαυτό της ακόμα και εν κινήσει Βικιλεξικό
- η στάθμη Βικιλεξικό
- το επίπεδο του νερού
- το ύψος όπου βρίσκεται κάτι σε μια ιεραρχική κλίμακα Βικιλεξικό
- μια χώρα με ψηλό βιοτικό επίπεδο
- Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 https://sintaxi.isotita.gr/?page_id=252)
- μεταφορικάη σπουδαιότητα, η σημαντικότητα Βικιλεξικό
- Το επίπεδο της συζήτησης ήταν πολύ χαμηλό.
Ετυμολογία
επίπεδο, ουδέτερο του επίπεδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίπεδον :* για σύγχρονες και μεταφορικές σημασίες < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική niveau ή από την αγγλική level
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίπεδο | επίπεδα |
| Γενική | επίπεδου / επιπέδου | επιπέδων |
| Αιτιατική | επίπεδο | επίπεδα |
| Κλητική | επίπεδο | επίπεδα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →