επίπλους
•
- αρχαιοπρεπέςη επίθεση με πλοίο εναντίον εχθρικού πλοίου ή στόλου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίπλους < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίπλους < ἐπί + πλοῦς. Συγχρονικά αναλύεται σε επί- + πλους
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίπλους | επίπλοι |
| Γενική | επίπλου | επίπλων |
| Αιτιατική | επίπλου / επίπλουν | επίπλους |
| Κλητική | επίπλου | επίπλοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →