Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίπονος

/eˈpi.po.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γίνεται με μεγάλο κόπο, με μεγάλη κούραση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίπονος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπίπονος < ἐπί + πόνος (κόπος). Συγχρονικά αναλύεται σε επί- + -πονος.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίπονοςεπίπονηεπίπονο
Γενικήεπίπονουεπίπονηςεπίπονου
Αιτιατικήεπίπονοεπίπονηεπίπονο
Κλητικήεπίπονεεπίπονηεπίπονο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίπονοιεπίπονεςεπίπονα
Γενικήεπίπονωνεπίπονωνεπίπονων
Αιτιατικήεπίπονουςεπίπονεςεπίπονα
Κλητικήεπίπονοιεπίπονεςεπίπονα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →