επίρρημα
•
- άκλιτη λέξη που συνοδεύει ρήματα, επίθετα ή άλλα επιρρήματα προσδιορίζοντας τον τόπο, τον χρόνο, τον τρόπο, την ποσότητα κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίρρημα < ελληνιστική ἐπίρρημα < ἐπί και ῥῆμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίρρημα | επιρρήματα |
| Γενική | επιρρήματος | επιρρημάτων |
| Αιτιατική | επίρρημα | επιρρήματα |
| Κλητική | επίρρημα | επιρρήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →