επίρρωση
•
- λόγιοενίσχυση Βικιλεξικό
- λόγιοενδυνάμωση Βικιλεξικό
- Ο λόγος που επικαλέστηκε εις επίρρωση αυτού του αιτήματος ήταν ότι...
- λόγιοεπιβεβαίωση Βικιλεξικό
- προς επίρρωση των λόγων τους
Ετυμολογία
επίρρωση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐπίρρωσις < ἐπιρρωνύω < ἐπί + ῥωννύω (= ισχύω, ενδυναμώνω, τονώνω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίρρωση | επιρρώσεις |
| Γενική | επίρρωσης | επιρρώσεων |
| Αιτιατική | επίρρωση | επιρρώσεις |
| Κλητική | επίρρωση | επιρρώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →