επίσταξη
•
- ιατρικήη αιμορραγία από την μύτη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίσταξη < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐπίσταξις + -η, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική épistaxis < αρχαία ελληνική ἐπίσταξις.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίσταξη | επιστάξεις |
| Γενική | επίσταξης | επιστάξεων |
| Αιτιατική | επίσταξη | επιστάξεις |
| Κλητική | επίσταξη | επιστάξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →