επίσταση
•
- λόγιοτο σταμάτημα, στάση, έμφραξη Βικιλεξικό
- γενετικήη τροποποίηση του φαινότυπου ενός γονιδίου από επίδραση άλλου μη αλληλόμορφου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίσταση < καθαρεύουσα ἐπίστασις < αρχαία ελληνική ἐπίστᾰσις (σταμάτημα, επιμέλεια, επιστασία) < ἐφίστημι : για τη βιολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική epistasis < αρχαία ελληνική ἐπίστᾰσις
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίσταση | επιστάσεις |
| Γενική | επίστασης | επιστάσεων |
| Αιτιατική | επίσταση | επιστάσεις |
| Κλητική | επίσταση | επιστάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →