Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίσταση

/eˈpi.sta.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο σταμάτημα, στάση, έμφραξη Βικιλεξικό
  2. γενετικήη τροποποίηση του φαινότυπου ενός γονιδίου από επίδραση άλλου μη αλληλόμορφου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίσταση < καθαρεύουσα ἐπίστασις < αρχαία ελληνική ἐπίστᾰσις (σταμάτημα, επιμέλεια, επιστασία) < ἐφίστημι : για τη βιολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική epistasis < αρχαία ελληνική ἐπίστᾰσις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίστασηεπιστάσεις
Γενικήεπίστασηςεπιστάσεων
Αιτιατικήεπίστασηεπιστάσεις
Κλητικήεπίστασηεπιστάσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →