επίσωτρος
•
- που έχει σχέση με το επίσωτρο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίσωτρος < επίσωτρο + -ος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επίσωτρος | επίσωτρη | επίσωτρο |
| Γενική | επίσωτρου | επίσωτρης | επίσωτρου |
| Αιτιατική | επίσωτρο | επίσωτρη | επίσωτρο |
| Κλητική | επίσωτρε | επίσωτρη | επίσωτρο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | επίσωτροι | επίσωτρες | επίσωτρα |
| Γενική | επίσωτρων | επίσωτρων | επίσωτρων |
| Αιτιατική | επίσωτρους | επίσωτρες | επίσωτρα |
| Κλητική | επίσωτροι | επίσωτρες | επίσωτρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →