Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίσωτρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με το επίσωτρο ή αναφέρεται σ’ αυτό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίσωτρος < επίσωτρο + -ος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίσωτροςεπίσωτρηεπίσωτρο
Γενικήεπίσωτρουεπίσωτρηςεπίσωτρου
Αιτιατικήεπίσωτροεπίσωτρηεπίσωτρο
Κλητικήεπίσωτρεεπίσωτρηεπίσωτρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεπίσωτροιεπίσωτρεςεπίσωτρα
Γενικήεπίσωτρωνεπίσωτρωνεπίσωτρων
Αιτιατικήεπίσωτρουςεπίσωτρεςεπίσωτρα
Κλητικήεπίσωτροιεπίσωτρεςεπίσωτρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →