Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίταξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. διαταγή, προσταγή Βικιλεξικό
  2. η οριστική ή προσωρινή αφαίρεση κινητής ή ακίνητης περιουσίας καθώς και προσωπικών υπηρεσιών, που γίνεται από το κράτος για στρατιωτικούς σκοπούς σε καιρό πολέμου ή επιστράτευσης ή για δημόσια ωφέλεια Βικιλεξικό
    • Οποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Χώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών. (Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 22 παράγραφος 4)

Ετυμολογία

επίταξη < (ελληνιστική κοινή) ἐπίταξις < αρχαία ελληνική ἐπίταξις < ἐπιτάσσω < ἐπί + τάσσω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλικά requisition)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίταξηεπιτάξεις
Γενικήεπίταξηςεπιτάξεων
Αιτιατικήεπίταξηεπιτάξεις
Κλητικήεπίταξηεπιτάξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →