επίτιτλο
•
- δευτερεύων τίτλος που συμπληρώνει, διευκρινίζει ή εξειδικεύει τον κύριο τίτλο Βικιλεξικό
- τυπογραφίαδιακοσμητικό στοιχείο ή παράσταση που κοσμεί το άνω μέρος σελίδας, ιδίως σε εικονογραφημένο χειρόγραφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίτιτλο < επι- + τίτλος + -ο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίτιτλο | επίτιτλα |
| Γενική | επίτιτλου / επιτίτλου | επίτιτλων / επιτίτλων |
| Αιτιατική | επίτιτλο | επίτιτλα |
| Κλητική | επίτιτλο | επίτιτλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →