Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

επίτιτλο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. δευτερεύων τίτλος που συμπληρώνει, διευκρινίζει ή εξειδικεύει τον κύριο τίτλο Βικιλεξικό
  2. τυπογραφίαδιακοσμητικό στοιχείο ή παράσταση που κοσμεί το άνω μέρος σελίδας, ιδίως σε εικονογραφημένο χειρόγραφο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

επίτιτλο < επι- + τίτλος + -ο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεπίτιτλοεπίτιτλα
Γενικήεπίτιτλου / επιτίτλουεπίτιτλων / επιτίτλων
Αιτιατικήεπίτιτλοεπίτιτλα
Κλητικήεπίτιτλοεπίτιτλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →