επίτοπος
•
- βιολογίατμήμα αντιγόνου που αναγνωρίζεται και δεσμεύεται ειδικά από αντίσωμα ή υποδοχέα λεμφοκυττάρου, προκαλώντας ανοσολογική απόκριση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επίτοπος < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική epitope < αρχαία ελληνική ἐπί + τόπος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | επίτοπος | επίτοποι |
| Γενική | επίτοπου / επιτόπου | επίτοπων / επιτόπων |
| Αιτιατική | επίτοπο | επίτοπους / επιτόπους |
| Κλητική | επίτοπε | επίτοποι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →